Ψυχολογική Στήριξη

Συμβουλευτική & Ψυχολογική Στήριξη παιδιών & ενηλίκων

Με ιδιαίτερη χαρά σας ανακοινώνουμε τη συνεργασία του Πανελλήνιου Συλλόγου με τον ψυχολόγο κ. Φώτη Βαρελά, απόφοιτο του Τμήματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Παιδαγωγική Ψυχολογία και στην οικογενειακή θεραπεία (αριθμός αδείας ασκήσεως επαγγέλματος 7780/12.04.2011). Ο κ. Βαρελάς θα συνεργαστεί μαζί μας εθελοντικάστη διαχείριση θεμάτων που αφορούν τις συμπεριφορές των παιδιών με Συγγενείς Καρδιοπάθειες καθώς και την ψυχολογική υποστήριξη των οικογενειών τους. Στόχος αυτής της πρωτοβουλίας, είναι η αξιοποίηση της δυναμικής της οικογένειας στην αντιμετώπιση και στη διαχείριση θεμάτων που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση των μελών μιας οικογένειας με ένα «ιδιαίτερο» παιδί.

Όσοι επιθυμούν συνάντηση με τον κ. Βαρελά, παρακαλούμε να επικοινωνήσουν με την «Καρδιά του Παιδιού» στα 210 3218488 & 210 3253876. Οι συναντήσεις θα γίνονται στα γραφεία του Συλλόγου από Τρίτη έως και Πέμπτη απογευματινές ώρες, κατόπιν συνεννόησης. Σημειωτέον, πως οι συνεδρίες ακολουθούν τους παρακάτω κανόνες του Κώδικα Δεοντολογίας του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων:

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ

Ο παρών κώδικας δεοντολογίας σκοπό έχει να κρατήσει υψηλά το κύρος του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα και να συντελέσει στην πραγμάτωση της αποστολής του. Ο κώδικας απευθύνεται στους ψυχολόγους-συμβούλους είτε ασκούν κλινική πράξη (έργο) είτε διεξάγουν έρευνα είτε διδάσκουν είτε συγγράφουν ψυχολογικού περιεχομένου κείμενα. Για την Ελλάδα η κατάρτιση κώδικα και η πιστή τήρηση των βασικών αρχών επαγγελματικής διαγωγής που διαγράφει, επιβάλλεται και για έναν επιπρόσθετο λόγο: την έλλειψη επαγγελματικής παραδόσεως εξ αιτίας της νεότητας του επαγγέλματος.

Γενικές Υποχρεώσεις

Πρωταρχική υποχρέωση του ψυχολόγου είναι να διαφυλάξει το κύρος του επαγγέλματός του που το επιτυγχάνει:

1. – Με το σεβασμό προς τον άνθρωπο και τα δικαίωματά του, την αντικειμενικότητα, την αξιοπρέπεια, την ευσυνειδησία, την υψηλή συναίσθηση ευθύνης και την συμπεριφορά που εμπνέει εμπιστοσύνη και γενικά τη διατήρηση του έργου του σε υψηλά επίπεδα.
2. – Ειδικότερα ο ψυχολόγος φροντίζει ώστε οι πράξεις, οι ενέργειες και γενικά η συμπεριφορά του να μη μειώνουν το επάγγελμά του στην κοινή γνώμη και ιδίως να μην έρχονται σε αντίθεση προς το «δημόσιο αίσθημα» του τόπου, όπου το ασκεί.
3. – Ο ψυχολόγος φροντίζει να διατηρεί υψηλό το επίπεδο της εργασίας και να προφυλάσσει την επιστήμη του και τις μεθόδους της από κάθε φθορά στην κοινή γνώμη.Ειδικότερα φροντίζει να εξασφαλίζει κατάλληλους όρους και συνθήκες για την διεξαγωγή της εργασίας του.
4. – Ο ψυχολόγος όταν ασκεί την επαγγελματική πράξη, βασίζεται σε μεθόδους και τεχνικές που έχουν κατακυρωθεί (κατοχυρωθεί) ως όργανα επιστημονικής ψυχολογικής εξέτασης, έχει υπ’ όψη του τα όριά του και φροντίζει να επαληθεύει τα ευρήματά του.

Σχέση προς τους πελάτες

1. – Ο ψυχολόγος έχει πρωταρχική υποχρέωση απέναντι στον πελάτη του να τηρεί πλήρη εχεμύθεια για ό,τι περιέχεται σε γνώση του από την ιδιωτική ζωή και τις πράξεις του ακόμα και αν δεν του τα έχει ανακοινώσει ο ίδιος ο πελάτης. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και για τα υποκείμενα έρευνας, που πρέπει οπωσδήποτε να κατοχυρώνεται η ανωνυμία τους, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά.
2. – Ο ψυχολόγος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει για ιδιοτελείς σκοπούς πληροφορίες που έτυχε να αντλήσει από τον πελάτη του.
3. – Συνιστάται ο ψυχολόγος να μην προβαίνει σε μαγνητοφώνηση, κινηματογραφική λήψη ή φωτογράφηση (εκτός της καταγραφής συμπεριφοράς κοινωνικού συνόλου) χωρίς να το γνωρίζει ο πελάτης του ή τα υποκείμενα της έρευνας.
4. – Ο ψυχολόγος δεν προσφέρει αυτόβουλα τις υπηρεσίες του σε μελλοντικούς πελάτες είτε παρακινεί κανένα να υποβληθεί σε ψυχολογική εξέταση από αυτόν, ακόμη και χωρίς αμοιβή.
5. – Ο ψυχολόγος καλό είναι να μην προσφέρει ψυχολογικές υπηρεσίες σε πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος ή σε πρόσωπα που τα συνδέει στενή φιλία μαζί του.
6. – Λύση της υποχρέωσης για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου ο ψυχολόγος έχει σχηματίσει τη γνώμη ότι κινδυνεύει η ζωή (ασφάλεια) του πελάτη του ή η ζωή και η σωματική ακεραιότητα τρίτων προσώπων. Στην περίπτωση αυτή, η ανακοίνωση γίνεται μόνο σε αρμόδια πρόσωπα ή φορείς (οικείους,κηδεμόνα, δικαιοσύνη).
7. – Δεν επιτρέπεται στον ψυχολόγο να παρουσιασθεί ως μάρτυρας υπεράσπισης ή κατηγορίας του πελάτη του.
8. – Ο ψυχολόγος δεν συζητά, περιπτώσεις πελατών του σε κύκλους εξωεπαγγελματικούς ή μη συγγενών επαγγελμάτων. Αν κατά τη διδασκαλία του ή στα συγγράματά του θέλει να χρησιμοποιήσει υλικό περιπτώσεων, φροντίζει οπωσδήποτε να κατοχυρωθεί η απόλυτη ανωνυμία τους.
9. – Ο ψυχολόγος μεριμνά για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του υλικού που κατέχει και αφορά τους πελάτες του, περιλαμβανομένων στοιχείων που διατηρεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν δεν μπορεί να έχει πλήρη έλεγχο των κατοχυρωμένων στο αρχείο του πληροφοριών, κάνει διάκριση στις πληροφορίες που εισάγει ή κωδικοποιεί τις περιπτώσεις.
10. – Ο ψυχολόγος κατά την διεξαγωγή ερευνών, πληροφορεί τους εξεταζόμενους για τις πτυχές της έρευνας που πιθανώς να επηρέαζαν τη θέληση τους να συμμετέχουν σε αυτήν και δίνει εξηγήσεις σε θέματα που εγείρουν οι συμμετέχοντες. Σε περιπτώσεις παιδιών ή ατόμων που αδυνατούν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους, πρέπει να ζητείται η συγκατάθεση του νόμιμου εκπροσώπου τους.Ο ερευνητής αναγνωρίζει το δικαίωμα στα συμμετέχοντα σε μια έρευνα υποκείμενα, να αποσυρθούν από την έρευνα, οποιαδήποτε στιγμή.
11. – Ο ψυχολόγος κατά την διεξαγωγή ερευνών προσπαθεί να αποφεύγει υπέρμετρη κατανόηση, συγκίνηση ή ταλαιπωρία των εξεταζομένων, σωματική ή ψυχική, ιδιαίτερα  όταν πρόκειται για ανηλίκους. Ακόμα, εξετάζει προσεχτικά την πιθανότητα μακροπρόθεσμων ανεπιθύμητων συνεπειών στα υποκείμενα που μετέχουν στην έρευνα, κι έχει την ευθύνη για να τις επισημάνει και να τις αφαιρέσει, τροποποιώντας πιθανώς το πειραματικό σχέδιο, όσο αυτό είναι δυνατόν. Ανάλογη φροντίδα πρέπει να λαμβάνεται και για τα πειραματόζωα μέσα στα πλαίσια των σχετικών πειραματισμών.
12.- Ο ψυχολόγος αποφεύγει να επαναλάβει ψυχολογικές δοκιμασίες που έχουν ήδη γίνει από συνάδελφό του στο ίδιο πρόσωπο, πριν περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα.
13.- Εάν ένας πελάτης βρίσκεται ήδη σε μια συμβουλευτική σχέση με άλλο ψυχολόγο ή επαγγελματία ψυχικής υγείας τότε θα πρέπει να λάβει τη συγκατάθεση του άλλου επαγγελματία ή να τερματίσει την προηγούμενη συμβουλευτική σχέση.
14.- Η Συμβουλευτική σχέση μεταξύ του συμβούλου και του συμβουλευόμενου θα πρέπει να διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι εκτός και αν συντρέχει κάποια αποδεκτή σκοπιμότητα για να τους μεταχειριστεί κανείς διαφορετικά.

 

Προετοιμάζοντας τα παιδιά & τους γονείς για μία εγχείρηση καρδιάς…

από τον Ψυχολόγο Φώτη Βαρελά, MSc

Αθήνα, 18-6-2012

Η πορεία ενός παιδιού και της οικογένειάς  του προς ένα χειρουργείο καρδιάς  είναι μια δύσκολη και ανηφορική πορεία  σε δρόμους στρωμένους με πόνο και αγωνίες, με φόβους και ανασφάλειες, με δάκρυα και απογοητεύσεις αλλά και με ΕΛΠΙΔΑ για ένα καλύτερο αύριο…. Γνωρίζουμε πώς κάθε χειρουργική πράξη, κάθε ιατρική παρέμβαση στο νοσούν σώμα μας  είναι μια αλλαγή, μια μεταβολή σε κάτι καινούριο και ως τέτοιο επηρεάζει ανάλογα- και κάποιες φορές δυσανάλογα- και την ψυχή μας. Γνωρίζουμε επίσης πως ένα χειρουργείο αφήνει σημάδια στο σώμα μας, ορατά πολλές φορές, αλλά τί γίνεται με τα «αόρατα» σημάδια, μ’αυτά που δε φαίνονται και που είναι καλά κρυμμένα πίσω από φόβους και ανασφάλειες; Τί γίνεται λοιπόν όταν μια παιδική καρδούλα νοσεί και χρειάζεται να χειρουργηθεί για να «χτυπήσει» ξανά στους κανονικούς ρυθμούς της; Αυτό που συμβαίνει μετά από την αρχική διάγνωση του γιατρού για ύπαρξη συγγενούς καρδιοπάθειας είναι κάτι πολυεπίπεδο και πολυπαραγοντικό, κάτι που ταράζει τον οικογενειακό ιστό και απειλεί τη συνοχή του. Γι΄αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γονείς ενός καρδιοπαθούς παιδιού, εκτός από τις ιατρικές πληροφορίες και λεπτομέρειες της εγχειρητικής και μετα-εγχειρητικής πορείας του παιδιού,  πως δε χρειάζεται να σηκώσουν μόνοι τους όλο αυτό το βάρος μιας τέτοιας δοκιμασίας. Σε συνέδριο του διεθνούς οργανισμού παιδικής καρδιολογίας (AEPC) τo 2002, παρήχθησαν χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την ψυχολογική στήριξη των καρδιοπαθών παιδιών και των οικογενειών τους  πριν και μετά τη χειρουργική πράξη, μερικά από τα οποία παραθέτουμε παρακάτω:

1) Η ψυχολογική βοήθεια για το παιδί αλλά και για την οικογένειά του πρέπει να ξεκινήσει από την παιδαιτρική κλινική όπου θα πραγματοποιηθεί το χειρουργείο

2) Είναι απαραίτητο τα παιδιά να ασκηθούν σε τεχνικές ψυχολογικής αποφόρτισης του άγχους πριν από το χειρουργείο

3) Υπάρχουν διαφορετικές τεχνικές ψυχολογικής στήριξης ανάλογα με τη μοναδικότητα της  προσωπικότητας του παιδιού, την ηλικία του παιδιού, το αναπτυξιακό του επίπεδο, τα επίπεδα άγχους της οικογένειας και τον τύπο της επεμβατικής μεθόδου που απαιτείται

4) Τα παιδιά μετά την ψυχολογική βοήθεια είναι πιο συνεργάσιμα με το ιατρικό επιτελείο

Τελειώνοντας, επισημαίνουμε πως η διεθνής εμπειρία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, δείχνει πως όταν τα παιδιά έχουν χαμηλά επίπεδα άγχους πριν από την εγχείριση η μετα-εγχειριτική τους πορεία εξελίσσεται ομαλότερα, ενώ και οι γονείς οι οποίοι έχουν δεχθεί οι ίδιοι ψυχολογική στήριξη συμμετέχουν με περισσότερα ψυχικά εφόδια στη διαδικασία ανακάμψης του παιδιού τους, σε σχέση με άλλους γονείς που σηκώνουν μόνοι τους το ψυχολογικό φορτίο της προετοιμασίας του παιδιού τους για μια τόσο λεπτή και απαιτητική χειρουργική πράξη.

Η ψυχολογική υποστήριξη σώζει χιλιάδες ζωές καρδιοπαθών Οι συστηματικές ψυχολογικές παρεμβάσεις, παράλληλα με την κανονική θεραπεία, θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά τα νέα καρδιαγγειακά επεισόδια και τους πρόωρους θανάτους καρδιοπαθών, σύμφωνα με μια νέα ελληνική επιστημονική έρευνα.  Η μελέτη, με επικεφαλής τη νοσηλεύτρια δρα Ζωή Αγγελοπούλου, που παρουσιάστηκε σε συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Καρδιολογίας (Acute Cardiac Care Congress 2013) στη Μαδρίτη, διαπίστωσε ότι η προσθήκη της ψυχολογικής υποστήριξης στο σύνηθες θεραπευτικό σχήμα μειώνει, μετά από μια διετία, τα καρδιαγγειακά περιστατικά και τους σχετικούς θανάτους σε ποσοστό έως 55%. Η ωφέλεια των ψυχολογικών παρεμβάσεων δεν γίνεται άμεσα ορατή κατά τα πρώτα δύο χρόνια, αλλά μετά είναι αισθητή. «Οι παρατηρήσεις μας στο νοσοκομείο δείχνουν ότι οι ασθενείς είναι λιγότερο πιθανό να πάθουν άλλο έμφραγμα, να πεθάνουν ή να κάνουν νέα εισαγωγή στο νοσοκομείο, όταν τους μιλάμε για την θεραπεία τους, τους παίζουμε μουσική ή τους βοηθάμε να κάνουν την προσευχή τους», ανέφερε η Αγγελοπούλου και επεσήμανε πως «η σταφανιαία νόσος, εκτός από τη σωματική, έχει και μια ψυχολογική διάσταση». Οι ερευνητές έκαναν μια συγκριτική αξιολόγηση (μετα-ανάλυση) εννέα δημοσιευμένων κλινικών μελετών πάνω στο θέμα και επιβεβαίωσαν τις δικές τους παρατηρήσεις για τη σημασία που μπορεί να έχει η ψυχολογική υποστήριξη ενός καρδιοπαθούς στην πορεία της ασθένειάς του. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν καθοδήγηση του ασθενούς να κάνει ασκήσεις χαλάρωσης, συζήτηση με τις οικογένειές τους για τα θέματα που τον απασχολούν κ.α.

hands

Εξ’άλλου, σύμφωνα με την Ελληνίδα ερευνήτρια, οι καρδιοπαθείς μπορούν να βοηθηθούν από μια γενικότερη «νέα κουλτούρα ενημέρωσής τους, η οποία τους ενθαρρύνει να κάνουν περισσότερες ερωτήσεις και να εμπλέκονται πιο πολύ στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία τους». Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες, όπως η κατάθλιψη, η κοινωνική απομόνωση, το χρόνιο στρες, αλλά και τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα, μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης του πρώτου εμφράγματος. Η νέα μελέτη δείχνει ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο και στην πορεία εξέλιξης ενός καρδιοπαθούς, ο οποίος ήδη έχει υποστεί ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο. Γι’ αυτό, κατά τους ερευνητές, οι ψυχολογικές παρεμβάσεις θα πρέπει να ενσωματωθούν οργανικά στην αποκατάσταση των καρδιοπαθών με στεφανιαία νόσο. Νέες μελέτες θα μπορούσαν να διερευνήσουν ποιες από αυτές τις παρεμβάσεις είναι οι πιο αποτελεσματικές (για παράδειγμα η εισαγωγή της μουσικοθεραπείας στην κλινική πρακτική). «Οι καρδιολογικές μονάδες είναι πολυάσχολα μέρη – στην Ελλάδα μερικές φορές αντιστοιχούν ένας έως δύο νοσηλευτές για δέκα έως 20 ασθενείς- γι’ αυτό βρισκόμαστε υπό συνεχή πίεση χρόνου. Όμως το εύρημά μας πως η προσθήκη της ψυχολογικής υποστήριξης στις σωματικές θεραπείες μειώνει τους θανάτους και τα καρδιαγγειακά περιστατικά έως 55%, θα έπρεπε να λειτουργήσει ως «καμπανάκι» πως αυτές οι παρεμβάσεις πράγματι έχουν αποτέλεσμα» δήλωσε η κ. Αγγελοπούλου. http://www.ikypros.com/easyconsole.cfm/id/79254